Psalms - Κεφάλαιο 12 (LXX)

123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150
← Anterior Próximo →
1 <<Εις τον πρωτον μουσικον, επι Σεμινιθ. Ψαλμος του Δαβιδ.>> Σωσον, Κυριε· διοτι εξελιπεν οσιος, διοτι εχαθησαν οι φιλαληθεις μεταξυ των υιων των ανθρωπων.
2 Εκαστος λαλει ματαιοτητα προς τον πλησιον αυτου· με χειλη δολια λαλουσιν απο διπλης καρδιας.
3 Ας εξολοθρευση ο Κυριος παντα τα χειλη τα δολια, την γλωσσαν την μεγαλορρημονα.
4 Διοτι ειπον, Θελομεν υπερισχυσει δια της γλωσσης ημων· τα χειλη ημων ειναι ημετερα· τις θελει εισθαι κυριος εφ' ημας;
5 Δια την ταλαιπωριαν των πτωχων, δια τον στεναγμον των πενητων, τωρα θελω εγερθη, λεγει ο Κυριος· θελω θεσει εν ασφαλεια εκεινον, κατα του οποιου φυσα ο ασεβης.
6 Τα λογια του Κυριου ειναι λογια καθαρα· αργυριον δεδοκιμασμενον εν πηλινω χωνευτηριω, κεκαθαρισμενον επταπλασιως.
7 Συ, Κυριε, θελεις φυλαξει αυτους· θελεις διατηρησει αυτους απο της γενεας ταυτης εις τον αιωνα.
8 Οι ασεβεις περιπατουσι κυκλω, οταν οι αχρειοι υψωθωσι μεταξυ των υιων των ανθρωπων.
← Επιστροφή στο ευρετήριο